• REMEMBER THAT NUMBERS ARE PEOPLE LOOK FOR COCK-UP BEFORE CONSPIRACY • ALWAYS CITE PRIMARY SOURCES


Saturday, 26 August 2017

Η πειθώ στα χρόνια των Μνημονίων: Ή, γιατί στηρίζω το ΚεΦιΜ.

Αντί εισαγωγής

Η πρώτη μου δουλειά ήταν η καλύτερη. Το σχολείο μου είχε (και έχει ακόμη) έναν επιτυχημένο ρητορικό όμιλο* και στη συμμετοχή μου σε αυτόν χρωστάω πολλές από τις σημαντικότερες φιλίες και εμπειρίες της ζωής μου. 

Όταν ήρθε η σειρά μου να προπονήσω τον όμιλο, προέτρεπα τους μαθητές να μην αναλώνονται στη συλλογή στατιστικών στοιχείων και ο ίδιος τα χρησιμοποιούσα πολύ σπάνια. Υπήρχαν πρακτικοί λόγοι γι' αυτό (δύσκολα διασταυρώνονται στοιχεία στη μέση της συζήτησης), ύπήρχε όμως και η εκπαιδευτική διάσταση. Το ζητούμενο ήταν να καταλάβει κανείς πώς δομείται ένα επιχείρημα, από που αντλεί την ισχύ του, και πώς μπορούν να εντοπιστούν οι αδυναμίες του - όχι να μάθει απέξω νούμερα και παραπομπές. Oι μαθητές αναλάμβαναν στην τύχη την πλευρά του θέματος την οποία θα υπερασπίζονταν. Όχι για να μάθουν τάχα ότι δεν υπάρχει αλήθεια, αλλά για να μάθουν ότι ο συνάνθρωπός μας πολλές φορές πρώτα διαμορφώνει 'θέσει' την άποψή του κι εκ των υστέρων μαθαίνει να την υπερασπίζεται. Ο δημόσιος διάλογος δε, ακολουθεί τον κανόνα του Kuhn: ένα υπόδειγμα νικιέται από ένα άλλο υπόδειγμα, από ένα πιο ελκυστικό αφήγημα. Δεν νικιέται από τα δεδομένα που δεν εξηγεί. 

Δεν έχω αλλάξει γνώμη, παρά τα φαινόμενα. 

Το ιστολόγιο αυτό δεν ξεκίνησε για να κάνω fact-checks και να γράφω σεντόνια. Η κρίση όμως, και ειδικά οι επικοινωνιακοί εμφύλιοι του 2010—12 και του 2015, τα έφεραν όλα αυτά στο προσκήνιο από ανάγκη. Ο κόσμος έμαθε να πιστεύει κυριολεκτικά τέρατα. Βασικά στοιχεία, προσβάσιμα κατ' αρχήν, έλειπαν από την επιχειρηματολογία και την αντίληψη κάθε πλευράς. Τα ηλεκτρονικά μέσα, ακόμη κι εκείνα με ονόματα βαριά σαν πιεστήριο, σπάνια παρέθεταν πρωτογενείς πηγές. Η κοντόφθαλμη λογική τους ακόμη και τώρα είναι ότι ένας επισκέπτης που ξεροσταλιάζει παθητικά στις σελίδες τους είναι πολυτιμότερος από κάποιον που αλλάζει σελίδα για να εξετάσει τις πηγές τους. 

Τι μένει να πούμε;

Κι όμως σιγά σιγά η σκόνη καταλαγιάζει. Οι Έλληνες έχουν μάθει την ορολογία της κρίσης και ποιά νούμερα πρέπει να προσέχουν σαν ηλικιωμένοι που κάνουν συχνά εξετάσεις. Οι πάλαι ποτέ αντιμνημονιακοί υπογράφουν μνημόνια και τα υπερασπίζονται ψελλίζοντας λόγια που τους μάθαμε εμείς, οι γερμανοτσολιάδες - προδότες - νεφελίμ - ανάλγητοι φιλελέρες. Το κακό ΔΝΤ έγινε καλό ΔΝΤ, και σιγά σιγά απλά ΔΝΤ. Μετά από επτάμιση χρόνια, οι Έλληνες όσες πληροφορίες ήθελαν να μάθουν πάνω-κάτω τις έχουν μάθει. 

Στο μεταξύ οι Έλληνες φιλελεύθεροι χάσαμε τη μάχη για τη νοηματοδοσία της Κρίσης. Σε μια Βουλή με Λεβέντη, Νικνικ, Πόρτα-Πόρτα και Χρυσαυγίτες έχουμε ελάχιστους βουλευτές και κανένα γνήσια δικό μας κόμμα. Ο Έλληνας δέχτηκε, με τα πολλά, ότι το κράτος ξόδευε περισσότερα από όσα εισέπραττε κι ότι δεν παίζει να μας χαρίσει λεφτά ο Πούτιν ή να πλουτίσουμε από τα πετρέλαια του Αιγαίου.Αλλά μετά από επτά χρόνια κρίσης δεν τον νοιάζει ποιός έφταιξε ούτε τι έπρεπε να είχε γίνει διαφορετικά. 

Επειδή όμως όραμα για την επόμενη μέρα δεν υπάρχει, έχουμε ακόμη μια ευκαιρία να κάνουμε κάτι χρήσιμο για τη χώρα. Η κουβέντα που κάναμε ως τώρα πρέπει να τελειώνει και να δώσει τη θέση της σε έναν εντελώς διαφορετικό διάλογο. 

Ο Κιμ δεν θα πατήσει το κουμπί

Για να δούμε τι είδους διάλογος πρέπει να ξεκινήσει, ας σκεφτούμε τι θα συμβεί αν κάποτε τελικά 'νικήσουμε' ιδεολογικά. Θα πεθάνουν από τη ντροπή τους οι επιτήδειοι κρατιστές και οι συμπολίτες μας που τους έφεραν στην εξουσία; Θα αυτοεξοριστούν όλοι μαζί στη Βενεζουέλα, την Ουγγαρία ή έστω τη Σουηδία (ανάλογα τον καημό του ο καθένας); Θα αποσυρθούν σε μοναστήρια διαβάζοντας προφητείες; Θα δεχτούν την τεχνοκρατική μας ανωτερότητα και θα μας παρακαλέσουν να τους κυβερνήσουμε; Ή μήπως θα πατήσει το κουμπί ο Κίμ, αδειάζοντας την Ελλάδα για να εποικιστεί από πιο άξιους φιλελεύθερους πολίτες εισαγωγής; 

Μα τίποτε απ' όλα αυτά δεν θα γίνει, κι ευτυχώς. Η χώρα μ' αυτά και μ' αυτά θα συνεχίσει να υπάρχει - πιο γερασμένη, πιο φτωχή- και οι ιδεολογικοί μας αντίπαλοι μαζί της. Δεν μας περιμένει ούτε φιλελεύθερη, ούτε εθνικιστική, ούτε σοσιαλιστική, ούτε αναρχική επανάσταση στο τελος του δρόμου. Αφού έχουν έτσι τα πράγματα, τριών ειδών τακτικές μας απομένουν: συνεργασία, δολιοφθορά και προσηλυτισμός. 

Είμαστε λίγοι

Συνεργασία και δολιοφθορά είναι δύο εκδοχές της ίδιας τακτικής - οι φιλελεύθεροι αναρριχώνται στην εξουσία καβάλα σε ένα μεγαλύτερο κόμμα - είτε ως εταίροι του σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό, είτε καταλαμβάνοντας εκ των έσω την ηγετική του ομάδα.

Δεν θέλω να αδικήσω όσους σκέφτονται έτσι. Το ελληνικό πολίτευμα είναι τόσο άνισα στημένο κατά των μικρών πολιτικών δυνάμεων που δεν αφήνει περιθώρια για ελπίδα. Ξεχνούν όμως πόσο λίγοι είμαστε (δείτε σχετικά εδώ). Περίπου ένα 6%-7% του εκλογικού σώματος είχαν φιλελεύθερες αξίες το 2008 και στα κοινωνικά και στα οικονομικά ζητήματα . Ίσως φτάσαμε στο 9%-10% το 2015 και εκεί βρισκόμαστε ακόμη το 2017. Οι περισσότεροι φιλελεύθεροι (που όντως ψηφίζουν) υποστηρίζουν τη ΝΔ, όμως μειοψηφούν σημαντικά μεταξύ των ψηφοφόρων της (ήταν λιγότερο από το 20% του συνόλου το 2008, λίγο παραπάνω το 2015, λιγο λιγότεροι το 2017). 

Για να μην σας κουράζω: κανένα κόμμα εξουσίας δεν πρόκειται να αλλάξει δραστικά πορεία για το χατίρι μας. Καλή τύχη στον Κυριάκο, αλλά μην έχετε αυταπάτες. Η δουλειά των κομμάτων εξουσίας δεν είναι να κάνουν ιδεολογικές επαναστάσεις, αλλά να χτίζουν, με μπαλώματα και με εκπτώσεις, συμμαχίες μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που για λίγο βρίσκουν κοινό τόπο σε πέντε δέκα αιτήματα. Αυτό δεν είναι ελάττωμα της δημοκρατίας - το αντίθετο.

Η λύση του προσηλυτισμού, όσο δύσκολη κι αν φαντάζει, έχει περισσότερες προοπτικές και είναι απόλυτα συμβατή με τις άλλες δύο. Για να το πω αλλιώς: δεν χρειάζεται οι φιλελεύθεροι να συμφωνήσουμε σε πρόσωπα ή κόμματα αν καταφέρουμε να φτιάξουμε σιγά σιγά ένα πραγματικό, ζωντανό κίνημα που θα φέρει κι άλλους συμπολίτες μας σε επαφή με τις ιδέες μας. Ένας ισχυρός πόλος ψηφοφόρων που είναι συνεπείς σε πέντε απλά αιτήματα και μπορούν να συνεννοηθούν σε βασικό επίπεδο με τους συμπολίτες τους θα αναγκάζει πάντα σε συμβιβασμούς τα κόμματα εξουσίας κι ας μην τα ψηφίσει ποτέ.

"Έχετε δύο λεπτά να σας μιλήσω για τον Κύριο και Σωτήρα μας, την ελεύθερη αγορά;" 

Αν διαλέξουμε την επιλογή της της πειθούς, ο δρόμος μας είναι ανηφορικός. Επτά χρόνια τώρα δεν καταφέραμε να πείσουμε πολλούς συνανθρώπους μας. Οι επικλήσεις της 'κοινής λογικής', η οχύρωση πίσω από στατιστικές, ακόμη και οι εξαγριωμένες επιθέσεις σε 'σανοφάγους' και 'γίδια', όλα αυτή την αδυναμία μας δείχνουν - να πείσουμε, να διδάξουμε ανθρώπους έξω από τον κύκλο μας. Δεν σας κάνω τον έξυπνο - εγώ τα έκανα πρώτος αυτά τα λάθη. Πρέπει όμως να τα αφήσουμε πίσω μας. 

Η "κοινή λογική" είναι η χειρότερη από τις αυταπάτες μας. Ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Η ελευθερία κι ο αυταρχισμός του έρχονται εξίσου αυθόρμητα και αβίαστα. Δεν έχει ούτε φυσικό αισθητήριο της αλήθειας ούτε φυσική ροπή προς αυτήν. Το μόνο που ενστικτωδώς αφουγκραζόμαστε στο λόγο του άλλου είναι η βιολογική, κοινωνική, ή ιδεολογική μας συγγένεια - ενστικτωδώς ξεχωρίζουμε τους 'δικούς μας' από τους 'αλλους'. Ακριβώς γι αυτό το λόγο, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν γνώμη πάνω στην κουβέντα, επειδή τους έπεισες με τη ρητορική μαεστρία σου, την τετράγωνη λογική σου ή τα τεκμήριά σου. Μπορούν όμως να πειστούν για την καλή σου προαίρεση, ή τη βαθειά σου γνώση, και να αρχίσουν να σε ακούν πιο προσεκτικά.

Ο πραγματικά πειστικός λόγος δεν είναι λοιπόν ο λόγος που αλλάζει γνώμη στον άλλο, αλλά αυτός που τον μπολιάζει με αμφιβολία ή περιέργεια, ή τον κάνει να σκεφτεί με τρόπο που δεν έχει ξανασκεφτεί ποτέ. Που ταράζει τον απαθή. Η πειθώ δημιουργεί μια διαφορά δυναμικού, ας το πούμε έτσι, ανάμεσα στις πεποιθήσεις που έχει, ή ανάμεσα στις πεποιθήσεις και τις πράξεις του. Το τι θα κάνει με αυτή την ενέργεια δεν μπορείς να το καθορίσεις με την πειθώ. Μπορεί (σπάνια) να αλλάξει στάση. Μπορεί (συχνότερα) να αναζητήσει επιπλέον επιβεβαίωση για τις απόψεις του. Μπορεί να σε αποφεύγει ή να σε περιθωριοποιήσει. 

Η αυταπάτη της κοινής λογικης όμως μας περιορίζει και με πιο σημαντικούς τρόπους. Αφενός δεν έχουμε πάντα δίκιο. Αφετέρου ο δημόσιο διάλογος δεν χτίζεται στη βάση της λογικής.

Πώς δουλεύει ο δημόσιος διάλογος

Σκεφτείτε λίγο τι γνωρίζουμε για τη δυναμική του δημόσιου διαλόγου στις μέρες μας. Ο Galam (2013) πχ μας λέει ότι όταν ο δημόσιος διάλογος διεξάγεται υπό συνθήκες αβεβαιότητας, αργά ή γρήγορα υπερισχύει η πλευρά με τους περισσότερους παθιασμένους οπαδούς. Οι Guazzini et al (2015) εξηγούν ότι δεν είναι η προσωπικότητα του άλλου που τον κάνει παθιασμένο. Είναι η θέση του στο δίκτυο. Η προσωπικότητα καθορίζει μόνο σε τίνος την επιρροή θα είναι πιο δεκτικός. Ανακαλύπτουμε λοιπόν αυτό που ξέρουν όλες οι θρησκείες, όλες οι συμμορίες, όλες οι μονάδες ειδικών δυνάμεων, και όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες, είναι ότι κανείς είτε ανατρέφεται μέσα σε έναν χώρο είτε μυείται σε αυτόν με σύμβολα, αφηγήματα και τελετουργίες. Αμφότερες είναι κοινωνικές και όχι λογικέ ή μηχανικές διαδικασίες. 

Αυτό ισχύει και για "πεφωτισμένες" τάχα απόψεις όπως οι δικές μας. Η "γενιά της easyjet" γουστάρει Ευρώπη και ανοιχτά σύνορα γιατί μυήθηκε σε αυτήν σε στιγμές καθοριστικές - στις σπουδές, σε περιπετειώδεις νεανικές διακοπές, σε επιχειρηματικά ταξίδια, σε καλοκαιρινούς έρωτες. Όχι επειδή την έπεισαν τα επιχειρήματα υπέρ της Ενιαίας Αγοράς ή επειδή ψάχτηκε καθόλου σε θέματα Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Θα μου πείτε - οι φανατικοί πρέπει τουλάχιστον να είναι αμόρφωτοι ή χαζούληδες. Όσο περισσότερα γνωρίζει κανείς τόσο πιο πολύ νερό βάζει στο κρασί του. Κι όμως, μας λένε οι Kahan et al (2013), αναλύοντας το φαινόμενο της 'στρατευμένης' τεχνικής δεξιότητας. Όσο καλύτερα καταρτισμένος είναι κανείς, τόσο περισσότερο μπορεί να διαστρέψει τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του. Η πόλωση σε καίρια ζητήματα είναι μεγαλύτερη μεταξύ των 'ψαγμένων,' παρά μεταξύ των περαστικών.

Πέρα από την ποσοτική πλευρά του φαινομένου υπάρχει και ποιοτική πλευρά. Όταν ο κόσμος ακολουθεί και αναπαράγει υλικό που επιβεβαιώνει τις απόψεις του και προωθεί ομοϊδεάτες, μοιραία δημιουργούνται γκέτο και μονοκαλλιέργειες ιδεών που γίνονται όλο και πιο ακραίες. Όπως κάθε είδους αιμομιξία, κάθε ανταλλαγή απόψεων μέσα σε αυτούς τους θύλακες αποδυναμώνει τις θέσεις τους - η άμυνα ενάντια στην κριτική γίνεται όλο και περισσότερο όχι μέσω επιχειρημάτων αλλά με κοινωνικούς ελέγχους. Αυτό το βλέπουμε ξεκάθαρα όταν το κάνουν οι 'άλλοι'. Δεν το βλέπουμε ξεκάθαρα όταν το κάνουμε εμείς οι ίδιοι.

Φιλελευθερισμός με φετβάδες δεν γίνεται


Είναι πλέον κοινός τόπος το αφήγημα, ότι τάχα ο φιλελεύθερος κόσμος δεν μπορεί να μιλήσει στον υπόλοιπο επειδή ζει σε μια ελίτ φυσαλλίδα όπου ομοϊδεάτες μιλούν μεταξύ τους. Δεν είμαστε, λέει αυτή η λογική, παρά μια ηχηρή παρέα από επαγγελματίες καλοθελητές ειδικευμένους στο να προσβάλλονται για λογαριασμό τρίτων και να μιλούν υποτιμητικά στους αδαείς. Ή από καλοπληρωμένους και καλοδικτυωμένους αερητζίδες που λένε τεμπέλη και παράσιτο τον κάθε βιοπαλαιστή που δεν δέχεται να του καταστραφεί η ζωή για να τέμνονται στο σωστό σημείο οι καμπύλες της προσφοράς και της ζήτησης. Ο δε 'κανονικός' κόσμος αντιδρά στις εμμονές μας, που του επιβάλλονται συχνά έξωθεν και δια του νόμου, με όλο και πιο προκλητικές και ακραίες εκφράσεις των αντιλήψεών του.

Βλακείες. 

Συμφωνώ οτι χάθηκε κάπου στην πορεία η τέχνη της πειθούςΕίναι λειψός και τελικά επικίνδυνος ένας φιλελευθερισμός που στηρίζεται σε τετελεσμένα, σε εκβιαστικά διλήμματα, σε φιρμάνια και σε δικαστήρια. Όχι επειδή οι εξουσίες δεν οφείλουν να αναγνωρίζουν την πραγματικότητα, και να σέβονται και να υπερασπίζονται ελευθερίες και δικαιώματα. Αλλά επειδή τα νομικά και πολιτικά κεκτημένα χτίζονται πολύ πιο γρήγορα από ό,τι ωριμάζουν στη συνείδηση της κοινωνίας οι αντίστοιχες ιδέες. Ο φιλελευθερισμός δε όταν νικά κατά κράτος στα χαρτιά γίνεται νωθρός και θρασύς – αρχίζει να απαντά στον ανελεύθερο λόγο πρώτα με τον καταναγκασμό και μετά, πολύ αργά, με την πειθώ. Και όταν συμβεί δύο και τρεις φορές αυτό, άκομψα και δημόσια, ο πολύς κόσμος νοιώθει ότι βάλλεται.

Αν λοιπόν κάποια δικαιώματα κα κάποιες ευκαιρίες δεν μπορούν να περιμένουν να ωριμάσει η κοινωνία, καθήκον μας τότε είναι να κάνουμε πιο γρήγορα το ιδεολογικό μας έργο. Πιστεύω όμως ότι η κοινή γνώμη μπορεί να μεταστραφεί γρήγορα, ακόμη και σε ζητήματα που τον πολύ κόσμο τον ταράζουν βαθιά στην ψυχή του. Δείτε πχ πώς αντέδρασε ο Ελληνικός λαός στο θέμα των προσφύγων - πώς βρεθήκαμε από λαός βασικά φοβικός να είμαστε και πάλι, με τις όποιες παραφωνίες, φιλόξενοι και ανθρώπινοι.

Ποιό είναι λοιπόν το αφήγημά μας;

Το φιλελέ Think Tank Dianeosis δημοσιεύει από το 2015 μια σειρά από εξαιρετικές δημοσκοπήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις και τη νοοτροπία των Ελλήνων - ‘Τι Πιστεύουν οι Έλληνες’. Οι απαντήσεις των πολιτών είναι , ακούω, αντιφατικές – όλοι είμαστε λίγο καπιτάλες, λίγο σοσιαλιστές, λίγο αναρχικοί και λίγο φασίστες. Γνέφουμε όλοι αναγνωρίζοντας το πρόβλημα, μετράμε απογοητευμένοι τις λιγοστές ‘υγιείς δυνάμεις’ του τόπου και περιμένουμε την επόμενη έκδοση. Δεν είναι αυτή, νομίζω, η σωστή απάντηση.

Η απάντηση είναι ότι οι Έλληνες (και οι υπόλοιποι λαοί επίσης) δεν ‘πιστεύουν’ τίποτε, κι ως εκ τούτου μπορούν να αντιφάσκουν χωρίς πρόβλημα. Για να είμαι πιο σαφής – οι πολίτες μπορεί να έχουν ηθικές ή φιλοσοφικές αρχές που τους κατευθύνουν στις προσωπικές τους επιλογές. Αυτές όμως σπάνια τους είναι χρήσιμες σε μάκρο ζητήματα. Εκεί αντιθέτως οι πολίτες βρίσκουν το δρόμο τους συνδέοντας αφηγήματα – σκεφτείτε τον Ταρζάν να πετά πάνω από τη ζούγκλα πηδώντας από χορτόσχοινο σε χορτόσχοινο.

Όσοι έχετε διαβάσει το Dune του Frank Herbert θα θυμάστε τις μεθόδους των Bene Gesserit – οι ιεραπόστολοί τους πετούν από πλανήτη σε πλανήτη σπέρνοντας πιασάρικους και εύπλαστούς μύθους και προφητείες. Αιώνες μετά, οι πράκτορές τους όπου κι αν προσγειωθούν μπορούν να επικαλεστούν αυτά τα γνώριμα αρχέτυπα για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη και το θαυμασμό των ντόπιων. Από τέτοια ‘βαθιά αφηγήματα’ αποτελείται η συνείδηση του μέσου πολίτη. Όποιος ξέρει να τα χειρίζεται, κυβερνά τον κόσμο.




Δεν γνωρίζω να έχουν χαρτογραφηθεί ποτέ σε βάθος τα βαθιά αφηγήματα και οι κοινωνικές ομάδες στις οποίες βρίσκουν απήχηση στην Ελλάδα. Αξίζει όμως. Η χώρα μας έχει φιλελέ αφηγήματα. Για να τα ανακαλύψουμε χρειάζεται να ξαναζωντανέψουμε και μια άλλη, παλιότερη μέθοδο από τις δημοσκοπήσεις και τα focus groups - χρειαζόμαστε φιλελέ λαογράφους.


Χρειάζεται οι φιλελέδες να καταλάβουμε σε βάθος ποια είναι τα βαθιά αφηγήματα που κουβαλάμε σα λαός, ποιά μπορούν να μεταστραφούν σε υγιείς δυνάμεις και ποιά πρέπει να τα πολεμήσουμε. Ιδανικά, αυτή τη δουλειά θα την είχαμε κάνει πριν την κρίση. Τίποτε όμως δεν είναι ιδανικό και πρέπει να πιάσουμε την άκρη του νήματος από κει όπου έχει κατρακυλήσει το τόπι.

Τις καλές εποχές το αφήγημα της Ευρώπης ήταν ένα τέτοιο βαθύ αφήγημα – η τουρκοκρατία και οι πόλεμοι μας απέκλεισαν από την φυσική μας κληρονομιά – εμείς δώσαμε τα φώτα στην Ευρώπη και από γκαντεμιά τώρα τα απολαμβάνουν άλλοι κι εμείς όχι. Ως Ευρωπαίοι πια και κάτω από τη θαλπωρή μιας διαρκούς ειρήνης, εύκολα θα ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος. Δεν αρκούσε αύτο το αφήγημα – μόλις βρεθήκαμε σε (τεχνητή, πιστεύω) σύγκρουση με την Ευρώπη κατέρρευσε.

Για να ξανα-ανακαλύψουμε την τέχνη της πειθούς πρέπει να σκεφτούμε βαθιά, να ακούμε προσεκτικά, και να ξαναφτιάξουμε όχι το ένα, λειψό, αφήγημα της προόδου, αλλά πολλά και αλληλλεπικαλυπτόμενα αφηγήματα. Θέλω κι εγώ να συνεισφέρω σε αυτό το έργο.

[Συνεχίζεται]

* στατιστική-μπόνους: το 2009, σύμφωνα με την PISA, το 7.5% των μαθητών της επικράτειας είχαν πρόσβαση σε ρητορικούς ομίλους. 

Monday, 17 October 2016

WE NEED TO TALK ABOUT GREEK TV LICENCING

[Attention! Work in progress]

Why are we talking about this at all?

This all started in February - when the Greek government, citing a then-unpublished study by the European University Institute of Florence, prepared a Bill for MPs to debate that would cap the number of Greek broadcasting licences at four. Despite not having read the Florence Institute Report (as it is now widely known), the coalition's MPs duly voted the measures through. Fast-forward to September, when the Government awarded these four licences in a bizarre auction/show trial process in which would-be oligarchs were forced to camp alongside government officials for three days - no doubt to the satisfaction of many Greeks. The shake-down was trumpeted by the Greek government as a resounding success - the Florence study had suggested a reserve price between EUR0.5m and EUR3.5m; the Government set a starting price of EUR5m; the highest bidder ended up paying 75.9m. In total, the Greek government raised EUR246m. By the time of the auction, six of the eight outbid broadcasters, facing forced closure, were already on the case, having taken the matter to Greece's constitutional court - the Council of State.

A tumultuous interval followed, in which the Government and its proxies made what seemed to be efforts to by turns blackmail and bribe judges. The Council of State's president adjurned one plenary citing political interference, his decision prompting two of its vice-presidents to resign from the Union of Judges and Prosecutors in protest. Eventually the Council of State found that the licencing law was unconstitutional - a split (14 to 11) decision to the effect that the licencing of broadcasters is not within the gift of Government but that of the National Council for Radio and Television. This cannot have come as a shock to the Greek Government. After all, they took a gamble precisely in order to circumvent the NCRT, whose leadership must be determined by cross-party consensus. Opposition parties could and did effectively block any appointments, and thereby the licencing process itself.

In any case the CoS's ruling unravelled a key plank of the Greek government's policy - and one of the few it had full control over - but also forced them to return the funds already committed by the winning bidders, which had already been pledged many times over to pet projects. This humiliation was hardly the first in the licencing saga - one of the top bidders had by that time had to withdraw their bid as their financial means statement turned out to be bogus - but it was the worst. Almost immediately, the Greek government and sympathetic journalists denounced the Council of State's decision as an attempted coup that would force children to go hungry, and launched into a bizarre discussion of whether the judiciary should have the power to rule a 'just' law unconstitutional at all.

Was Greek TV really that bad?

In short, yes. It was never actually very good. The Greek media landscape came to life as the plaything of dictators, and to this day our Constitution continues to stipulate, chillingly, that "Radio and television shall be under the immediate control of the State." Following a near-decade of Borat-style ignominy for Greek State television, (between 1981-9, ERT had thirteen chairmen and DGs, and sixteen news-directors with an average term of about eight months), Greece embarked on an ill-fated deregulation of  television broadcasting in 1989, with the government auctioning four regional TV licences. Upon deregulation, and with a few considerable exceptions, the sector exploded into an orgy of unimaginative programming and re-runs. TV stations proliferated, and even the biggest remained persistently unprofitable, and dependent, as were newspapers and radio stations before them, on a mix of 'either considerable yearly subsidies or soft state-bank loans or on the wealth of their owners.' In international comparisons, news pieces on Greek TV stations were much less likely than those in other countries to feature third-party expert opinions, and Greek TV channels were much less likely to offer science programmes.

So Greek TV was poor, and the people knew it. The Eurobarometer surveys, for example, reveal that only one in five Greeks tend to trust TV channels and on last count (Nov 2015), ours was the worst reading in Europe, with France, Spain, Cyprus and Slovenia following at a safe distance. This follows a steady loss of faith in television that started as far back as 2003, and a divergence between trust in television and trust in the press from late 2004 onwards. Interestingly, trust in the press has recovered slightly during the crisis, while trust in television  kept drifting. Meanwhile, anyone with an internet connection flocked to online portals, blogs and social media for not only their news but also the satisfaction of pushing back against the news agenda.

The Greek media aren't just increasingly mistrusted at the grassroots level, they are also rated increasingly poorly by a small, incestuous circle of experts in the field. Reporters without Borders ranks Greece 89th of 179 in its press freedom index for 2016 (with a score of 31.01, where 0 is the best possible and 100 is the worst possible; this is rated as 'problematic' under their methodology). Our ranking is up from 94th of 179 in 2014 but down dramatically from 18th of 160 in 2005, weighed down not just by falling pluralism but also by increased use of actual violence against reporters. The latter has come from vested interests, angry crowds, criminals, but also very often from their own employers and co-workers (see eg here).

At the other end of the political spectrum, Freedom House ranks Greece 94th of 199 countries with a score of 48 where 0 is the best possible and 100 is the worst possible (methodology here). This puts Greece in the 'partly free' category, ranking as one of the worst countries in Europe for press freedom. Interestingly, in Freedom house's ranking it is the weakness of the legal environment that weighs Greece down the most. Here too Greece's ranking has fallen dramatically since 2011, by 18 places.  

The EU-funded Media Pluralism Monitor* found a medium/high risk to medial pluralism in Greece in 2014 and also highlighted the legal framework as our biggest problem. However Greece did not participate in the Monitor in 2015 and the 2016 assessment is not out yet.

If the Greek people don't trust TV news anyway, why is it such a big deal?

Apparently the experience of watching news on the TV is a more passive one than, say, that of reading a newspaper or browsing the internet. Old people, the theory goes, are a particularly vulnerable, captive TV audience. My analysis of DiaNEOsis's surveys of 2015 suggests, for example, that right-wing women and older people do indeed trust the media more. And even those who don't trust the actual information, the theory goes, may still be susceptible to scaremongering through the TV as it bypasses their critical faculties. Stay tuned as I discuss this further.

Were Greek TV stations financially viable?

Depending on their audience the Greek government flits from one faux-technocratic excuse for its approach to TV licencing to another; the viability of TV stations is only one such. That's not to say this isn't important. The Greek government may be arguing in bad faith but its argument is still sound. A chronically unviable large TV channel is likely to be surviving on a cross-subsidy from corruption-tinged public works money and is likely to be leveraged to push more such prizes in its proprietors' way. Alternatively, it might be a zombie relying on endless loan rollovers which, in an economy such as Greece's, is only made possible by capital injections courtesy of the taxpayer. Or it might be both. And banks themselves have a media agenda which indebted press outlets might feel obliged to serve. We know, for instance that research has found a tentantive link between pro-bank newspaper bias and debt in Italy.

It's easy to see what happened to broadcasters' finances by looking at Eurostat's detailed enterprise data for the sector. Pre-crisis, the entire sector made some EUR1.2bn in turnover and employed 9,000 people (a number still used by the sector to lobby government in 2015). By 2014, and despite a tiny recovery from 2013 onwards, it was turning over barely one sixth of its pre-crisis figures and employing just over a quarter of what it once had. You can see the details of all major media restructurings in Greece here. There is still, in theory, some money to be made in the sector - the EUR246m oligarchs paid for licences provided them with access to just EUR41m worth of operating surplus in the short term. This is down, however, from EUR269 in 2008 and could, in theory, return to higher levels. A set of TV channels starting from scratch could, in theory, make money. But the existing channels were labouring under enormous debts - Mega alone owed EUR116m earlier this year.



Most of the fall in revenues happened between 2010 and 2012 and was driven by food, drinks and tobacco ad budgets being cut. The top ten advertising sectors* and their approximate advertising spend can be seen below (see links below for sources). It takes a long time for this detailed information to be released so the 2012 figures are genuinely the most recent ones.

201220112010
Manufacture of food products, beverages and tobacco 484682837
Manufacture of chemicals and chemical products356367
Manufacture of basic pharmaceutical products and pharmaceutical preparations334360
Wholesale trade, except of motor vehicles and motorcycles5481124
Retail trade, except of motor vehicles and motorcycles475486
Warehousing and support activities for transportation86100173
Telecommunications365371
Public administration, defence, compulsory social security495267
Creative, cultural and entertainment activities9096103
Activities of membership organisations657975

* a statistical mystery: for reasons I cannot fathom, both Eurostat's I/O tables for the Greek economy (latest edition 2010) and Elstat's tables for 2010 to 2012 record zero spending by financial services firms on advertising and market research. I find this very unlikely.

TO BE CONTINUED